x
Δισκοκριτική “Stranger Heads Prevail” των Thank you Scientist

Εναγωνίως περίμενα τον 2ο δίσκο των TYS μέσα στο καλοκαίρι. Λογικό, αφού ο πρώτος τους δίσκος ήταν σχεδόν “masterpiece”. Παρά τα “ιδιαίτερα” φωνητικά, ο τρόπος που αυτή η μπάντα δένει πνευστά κι έγχορδα μοιάζει ιδανική. Κι όμως, παρότι τα κομμάτια που είχαν “διαρρεύσει” πριν την κυκλοφορία ήταν αρκετά καλά, ο δίσκος στην τελική του μορφή δεν ήταν, τουλάχιστον, αντάξιος των όσων περίμενα.

Πάμε, όμως, να δούμε τα κομμάτια ένα-ένα.

1)Prologue: A Faint Applause

To κομμάτι ξεκινάει με το στίχο “I don’t know how i should begin this conversation”. Γενικά, είναι ο ιδανικός πρόλογος για το δίσκο, καθώς -θα το πω μια φορά και δε θα ξαναναφερθώ σε αυτό στη διαρκεια του review- οι στίχοι σε κάνουν να σκέφτεσαι αν έχει ιδέα τι λέει ο άνθρωπος… Γενικά, όμως, σαν εισαγωγή ειναι αρκετά καλή κι ιδανική για να σου κάνει μια σύνδεση με τον πρώτο δίσκο. Θυμίζει ξεκάθαρα του TYS που λάτρεψα και δίνει και κάποια, επιπλέον στοιχεία που σε κάνουν να αδημονείς για το επόμενο κομμάτι.

2)The Somnambulist

H Aρχή του τέλους (ναι, πρόταση δίχως ρήμα). Το κομμάτι μοιάζει να χαώνεται σε μια προσπάθεια να γίνει πομπώδες και να δείξει πόσο καλοί μουσικοί είναι οι στην μπάντα. Αυτή η υπερπροσπάθεια, έχει ξεκάθαρα το αντίθετο αποτέλεσμα, δημιουργώντας ένα κομμάτι που αντί να σε ελκύει, αντιθέτως σε αποθεί και γίνεται ενοχλητικό. Ίσως, στην καλύτερη, να μένει σε κάποιον αδιάφορο.

3)Caverns

Αν και πολύ καλό κομμάτι στο κόνσεπτ του, σου βγάζει μια περίεργη αδιαφορία από τα ίδια τα μέλη της μπάντας. Μοιάζει, ελαφρώς, να είναι γραμμένο βιαστικά και να μην έχει δουλευτεί καλά. Πιθανότατα, μια λάιβ εκτέλεσή του αργότερα να δώσει περισσότερες δυνατότητες για σχολιασμό επάνω του. Γενικά, δεν υπονοώ πως είναι κακό, αντιθέτως, πως εάν δυλευτεί κι άλλο μπορεί να γίνει κάτι εξαιρετικό.

4)Mr. Invinsible

Το πρώτο κομμάτι το δίσκου που δείχνει ξεκάθαρα πως ο δίσκος είναι μια προσπάθεια για κάτι καλύτερο από το “Maps Of Non-Existent Places (2012)”. Μπορεί να διακρίνει κανείς κάποια εξαιρετικά νέα στοιχεία που έχουν προστεθεί στο μουσικό στυλ των TYS και αποδίδουν εξαιρετικά. Χωρίς να είναι κανένα απίστευτο κομμάτι, αφήνει ελπίδες και χτίζει για τη συνέχεια.

5)A Wolf in Cheap Clothing

Η προαναφερθείσα προσπάθεια, σε ετούτο το κομμάτι κάνει, εν μέρει, κακό. Καθώς, η εισαγωγή του κομματιού απέχει πολύ από αυτό που, αν είσαι φαν της μπάντας, επιζητάς να ακούσεις. Από το 2ο λεπτό και μετά, όμως, το νέο στοιχείο δένει καλύτερα με το παλιό και η κατάσταση βελτιώνεται. Παρότι πιστεύω πως είναι καλό οι μπάντες να δοκιμάζουν νέους ήχους, θεωρώ πως δεν πρέπει να το παρακάνουν. Για κάποιον που δεν τους έχει ξανακούσει, το κομμάτι αυτό θα του φανεί καλό (λογικά), αλλά οχι τόσο για κάποιον που τους έχει ξανακούσει.

6)Blue Automatic

Μέχρι αυτό το σημείο, ό,τι καλύτερο έχει κάνει την εμφάνιση του σε αυτό το δίσκο. Μοιάζει με κομμάτι που θα υπήρχε στον προοηγούμενο δίσκο, κάλιστα, ενώ ταυτόχρονα, ανεβαίνει κι ένα επίπεδο σε επίπεδα τεχνικής στο παίξιμο του κομματιού. Επίσης, δεν χαντακώνονται τα φωνητικά, όπως στα υπόλοιπα τραγούδια, μιας και η ιδιαιτερότητα της φωνής ταιριάζει με το παίξιμο και δένει γενικότερα, με το κομμάτι. Το εξαιρετικό σόλο προς το τελείωμα είναι ένα μπόνους-δωράκι που ανεβάζει κατακόρυφα την ποιότητα του κομματιού.

7)Need More Input

Κι επιστρέφουμε στη μετριότητα. Μια εισαγωγή που θυμίζει περισσότερο ελληνικό έντεχνο και λιγότερο progressive, κακή παραγωγή, ενώ οι υπεραδιάφοροι στίχοι στους οποίους επικεντρώνεται το κομμάτι το κάνει να παραπαίει. Παρόλα αυτά, έχει κάτι πιασάρικο, που δεν μπορώ ακόμη να εξηγήσω.

8)Rube Goldberg Variations

Παρότι κινείται στο ίδιο ύφος με το παραπάνω κομμάτι, τα νέα στοιχεία που προσθέτει, το κάνουν να είναι επίπεδα ανώτερο. Από την εισαγωγή που με 2 στοιχεία ανατολίτικης μουσικής, αυτομάτως αρχίζει να γίνεται ενδοιαφέρουσα, μέχρι τα σημεία που θα δώσει βάση περισσότερο στην κιθάρα -και δε θα απογοητεύσει καθόλου-μα-καθόλου. Η έλλειψη φωνητικών, δεν έχω καταλήξει αν είναι θετική ή όχι, μιας και δε θα ήμουν υποκειμενικός, αφου το κομμάτι μου θυμίζει κομμάτια των αγαπημένων μου An Emerald City που δε χρησιμοποιουν φωνητικα.

9)Psychopomp

Με λίγο θάρρος, τα 8 & 9 θα μπορούσαν να είναι ένα κομμάτι. Το Psychopomp συνεχίζει να χτίζει από εκεί που σταματάει το Rube Goldberg Variations και ταιριάζει ειδανικά, στην κατάλληλη στιγμη και τα φωνητικά. Τα 9:26 του κομματιού είναι πολλά και μοιάζουν με υπερπροσπάθεια να βγεί μεγάλο το κομμάτι, χωρίς λόγο. Το τελικό αποτέλεσμα δεν κουαζει, προ θεού, απλά νιώθω πως θα ήταν καλύτερο εάν το μήκος του ήταν μικρότερο.

10)The Amateur Arsonist’s Handbook

Εδώ τα λόγια είναι περιττά. Ο,τι καλύτερο έχουν γράψει μέχρι σήμερα οι TYS και, κατ’ εμέ. το καλύτερο progressive κομμάτι του 2016. Όλα τα καλά στοιχεία του πρώτου δισκου, σε ένα κομμάτι που χωρίς να είναι πομπώδες κι υπερβολικό, χωρίς να είναι “πιασάρικο” σε προκαλεί να το ακούς σε λούπα για ώρες -ή ημέρες- συνεχόμενα. Εξαιρετικά δουλεμένο, ενώ φανερώνει το ταλέντο των μοσικών της μπάντας χωρίς να δημιουργεί χάος. Είναι τόσο ισοροπημένο που σου βγάζει την αίσθηση πως η μπάντα αυτή έχει οριμάσει παιχτικά και πως άξιζε η αναμονή του δίσκου (ίσως).

11)Epilogue: And the Clever Depart

Εγώ γέλασα την πρώτη φορά. Δε βρίσκω χρησιμότητα σε αυτή την ενός λεπτού κακή διασκευή του αμέσως προηγούμενου κομματιού σε συνδυασμό με τον πρόλογο.

Εν κατακλείδι, πρόκειται για ένα δίσκο ιδανικό να ακούσεις ενώ κάνεις παράλληλα κάτι άλλο, καθώς, δεν αξίζει να του αφιερώσεις εξ ολοκλήρου το χρόνο σου. Ο δίσκος είναι καλός, απλά, θα μου φαινόταν λογικότερο να είναι πρώτος αυτός και δεύτερο ο άλλος. Οπότε, η πρόταση μου είναι να τον ακούσετε κι έπειτα να ακούσετε το Maps Of Non-Existent Places.

 

by Stefanos K.


Το άρθρο αυτό είναι μέρος του μηνιαίου αφιερώματος στην “progressive” Δεκέμβρης-Τσάι-Progressive

Leave a reply
    x
    Interview with “Gazpacho”

    Διαβάστε στα Ελληνικά

    This article could be a christmas recipe, but it ain’t one. This is an “interview” with the amazing neo-progressive band “Gazpacho” form Norway. Yet, if it was a recipe, the steps would be as they follow: a’ read interview, b’ listen to the band, c’ repeat step b’ forever. So, step a’, interview with Thomas Andersen of Gazpacho follows. The rest is up tou you!


    Let’s take things in chronological order. How was the idea and the concept of the band created? What were the first steps of the band, till it’s first release and why “Gazpacho”?

    Jan Henrik, Jon Arne and I used to play around in the studio and make music for fun. After a while we developed the style that became the Gazpacho sound and we realised that we had something special going on.

    Through the years we acumulated a collection of songs which eventually ended up as the album Bravo which was self released. The band did not have a concept in itself but the music naturally tended towards a dramatic and romantic soundscape and we went with it and nurtured it to perfection. Being huge Marillion fans the lyrics to the song “Gazpacho” by them was on a screensaver in the background in the studio and it struck us as a perfect name for the band because it was funny and would help us not be seen as pompous which is the danger if you are creating anything with ambition.

    Which bands would you describe as your greatest influences? How did you “connect” with “Marillion” and how did this “connection” help you get through some album-releasing difficulties?

    Over the years it seems clearer and clearer that Kate Bush, Fantomas and Marillion are the three main influences for the band. We were in touch with Lucy Jordache as we wanted to help promote Marillion music in Norway after they left EMI and it was she who helped us get a slot at the Butlins convention where we played some songs. Marillion had at that time started their own label “intact” and were thinking about using it to release other bands as well and they signed us up for a licensing deal.

    That and the tour we did with them in 2004 helped raise our profile a lot.

    After “Firebird(2005)” -which contained samples that you have asked for, from fans, as i recall- in “Night(2007)” you seem to have made a turning point. Lengthy songs, narrating stories, started coming out, from this album on. What led to that “turn”?

    After Firebird we had grown tired of the short song format and decided to just let it all go in the direction that the music wanted and Night wanted to be long. It was also much easier to write albums that way because we could fill it up with stuff that we liked and not worry about intros and length and choruses. At that time the large amount of music being released had also started to bother us as we felt the market was being saturated with stuff that was not necessarily good enough for release and we did not want to add to that. We also realised that the band was never going to have  a hit single and the freedom we felt after letting go of the subconscious need to make something “catchy” led to a very creative time for us.

    Your latest album, “Molok(2015)”, is not only considered wonderful, but it also contains a novelty at the end. Would you like to say a word about it?

    Molok is about the way that religion is  being displaced by science and how the science if you follow it to its logical conclusion is just as other worldly and weird as religion. Molok is about  a guy who makes a machine to freeze time through a quirk the behaviour of electrons when they are observed and if the science is correct this means that if you could create a code that ran a random number generator every time it was played then it could potentially destroy the universe if it by chance managed to create a mathematical description of the motion, matter and location of every electron in existence. I had a group of physics people look into what actually would happen and even though they didn’t all completely agree many of them were sure that the universe would collapse if this was the case. So we made a code and because of the cd correction software in all cd players this code would be different every time someone played the album on cd and if by a miraculous coincidence they created the correct number the universe would be destroyed. So to sum it up, we created the first cd that could destroy the universe if all things worked, every time it was played.

    I’m finding it difficult to choose one album of yours to be my favorite. Is there anyone that you prefer over the others?

    We all have our favourites but my two are Demon and Missa Atropos. Missa was, for a long time seen as a bit of a failure I think but over time it seems to have grown on a lot of people. I think the song “will to live” from that album is the most beautiful song we have made and it is one of my favourite songs of all time. When my dad died it gave me great comfort.


    In Poland and in the Netherlands you are considered one of the most famous bands. People tend to love you. But, which is your favorite destination in live tours? Is there any live show you performed, that you would describe as “unforgettable”?

    We love all our destinations when we tour and there are many shows that are unforgettable, there was the time we played snowman in zwolle in the netherlands on the remembrance day of the heroes of world war two but many other occasions that were particularly good. Touring itself is a lot of fun and we meet nice people every time we play. In Poland we get the rock star treatment and we love that. 

    What are your plans for the near future (Live shows-Albums)?

    We are currently working on a new album and it is going to be very special indeed. At the moment we have 28 minutes of a long hypnotic song that is being worked and re worked and it is very promising. We will go on tour to support the release of that album when it is ready. So things are continuing as they have always done.


    Thank you very much, it was a great pleasure having the opportunity to “interview” you. Any last quotes for fans that might be reading this?”

    I only want to say that I hope you have a lovely Christmas and that you accept our very best seasonal wishes from the Gazpacho family. Play hard but christmas harder!

    For more, you can head to: gazpachoworld.com/

    by Stefanos K.


    This article is a part of this month’s tribute to “progressive” Δεκέμβρης-Τσάι-Progressive

    Leave a reply
      x
      Συνέντευξη με τους “Gazpacho”

      Read in English

      Τούτο εδώ το άρθρο θα μπορούσε να είναι μια Χριστουγεννιάτικη συνταγή, αλλά δεν είναι. Πρόκειται για μια συνέντευξη με την απίστευτη neo-progressive μπάντα “Gazpacho” απ’τη Νορβηγία. Παρόλα αυτά, αν επρόκειτο για συνταγή, τα βήματα θα ήταν τα εξής: α’ διαβάζετε συνέντευξη, β’ ακούτε την μπάντα, γ’ επαναλαμβάνετε το βήμα β’ επ’ άπειρον. Το βήμα α’, η συνέντευξη με τον Thomas Andersen, των Gazpacho, ακολουθεί. Τα υπόλοιπα μένουν σε εσάς.

      Ας πάρουμε τα πράγματα χρονολογικά. Πώς προέκυψε η ιδέα και το κόνσεπτ της μπάντας; Ποια ήταν τα πρώτα σας βήματα, έως την κυκλοφορία του πρώτου σας άλμπουμ και γιατί “Gazpacho”;

      Οι Jan Henrik, Jon Arne κι εγώ να παλιμπαιδίζουμε στο στούντιο και να φτιάχνουμε μουσική για πλάκα. Μετά από λίγο αναπτύξαμε το στυλ που έγινε ο ήχος των Gazpachο και συνειδητοποιήσαμε πως τρέχαμε κάτι το ιδιαίτερο.

      Με την πάροδο των χρόνων, συνθέσαμε μια συλλογή κομματιών μας, τα οποία τελικά, αποτέλεσαν το αλμπουμ Bravo, που αυτοεκδόσαμε. Η μπάντα δεν είχε ένα ξεκάθαρο κόνσεπτ, όμως η μουσική έτεινε προς ένα δραματικό ηχοτόπιο και την ακολουθήσαμε σε αυτό, αναθρέφοντας την με στόχο την τελειότητα. Εφόσον είμασταν μεγάλοι φαν των Marillion, oι στίχοι του κομματιού τους “Gazpacho” υπηρχαν σε σκρινσέιβερ στο μπαγκραουντ του στουντίου, κι έτσι το θεωρήσαμε ιδανικό μιας και ήταν αστείο και θα βοηθούσε να μη φανούμε πομπώδεις, που είναι ο κίνδυνος όταν φτιάχνεις κάτι με φιλοδοξία.

      Ποιες μπάντες θα χαρακτηρίζατε ως τις μεγαλύτερες επιρροές σας; Πώς “συνδεθήκατε” με τους “Marillion” και πώς αυτή η “σύνδεση” σας βοήθησε σε δυσκολίες που αντιμετωπίσατε δισκογραφικά;

      Καθώς τα χρόνια περνούν, γίνεται όλο και πιο ξεκάθαρο πως οι Kate Bush, Fantomas και Marillion είναι οι τρεις κύριες επιρροές της μπάντας. Είμασταν σε επικοινωνία με τη Lucy Jordache, καθώς θέλαμε να προωθήσουμε τη μουσική των Marillion στη Νορβηγία, αφού έφυγαν από την ΕΜΙ κι ήταν αυτή που μας βοήθησε να πάρουμε μέρος στο Butlins convention όπου παίξαμε μερικά κομμάτια. Μόλις τότε, οι Marillion είχαν ξεκινήσει τη δική τους δισκογραφική, την “Intact” και σκεφτόντουσαν να τη χρησιμοποιήσουν για να εκδόσουν κι άλλες μπαντες, οπότε μας υπέγραψαν.

      Αυτό και το τουρ που πραγματοποιήσαμε μαζί το 2004 βοήθησαν πολύ στην ανάδειξη μας.

      Έπειτα από το “Firebird(2005)” -που περιείχε και σαμπλς που είχατε ζητήσει από το κόσμο σας να σας στείλει, από ότι θυμάμαι- στο “Night(2007)” φαίνεται να πραγματοποιείτε μια στροφή. Μακράς διαρκείας κομμάτια, που αφηγούνται ιστορίες ξεκίνησαν να βγαίνουν από εκείνο το δίσκο κι έπειτα. Τι οδήγησε σε αυτή τη “στροφή”;

      Μετά το Firebird, κουραστήκαμε από τα σύντομου τύπου κομμάτια κι αποφασίσαμε να το αφήσουμε να μας πάει εκεί που η μουσική ήθελε και το Night ήθελε να είναι μεγάλο. Επίσης, ήταν ευκολότερο να γράψουμε κομμλατια κατ’αυτόν τον τρόπο, μιας και θα μπορούσαμε να τα γεμίζουμε με πράγματα που μας άρεσαν κι όχι να ανησυχούμε για ίντρο, διαρκεια και chorus. Σε εκείνο το σημείο, η τεράστια παραγωγή μουσικής είχε αρχίσει να μας ανυσηχεί, καθώς αισθανόμασταν πως η αγορά κατακλειζόταν από δημιουργίες που δεν ήταν, αναγκαία, αρκετά καλές ώστε να εκδοθούν και δε θελαμε να την επιβαρύνουμε. Τέλος, συνειδητοποιήσαμε πως η μπάντα δε θα έβγαζε ποτέ κάποιο χιτ-σινγγλ και και η ελευθερία που νιώσαμε αφού αφήσαμε την υποσεινήδητη ανάγκη να φτιάξουμε κάτι “πιασάρικο” οδήγησε σε μια πολύ δημιουργική εποχή για εμάς.

      Ο τελευταίος σας δίσκος, το “Molok(2015)”, δε θεωρείται μόνο υπέροχο, αλλά περιέχει και μια καινοτομία στο τέλος. Θα ήθελες να μας πείς κάτι γι’αυτο;

      Το Molok αναφέρεται στο πώς η θρησκεία καταρίπτεται από την επιστήμη και στο πώς η επιστήμη στο λογικό πυρηνα της, είναι το ίδιο λεξιλογική και περίεργη με την θρησκεία. Το Molok μιλάει για κάποιον ο οποίος φτιάχνει μια μηχανή που παγώνει το χρόνο μέσω μιας ανωμαλίας στη συμπεριφορά των ηλεκτρονίων όταν παρατησρούνται κι αν η επιστήμη είναι σωστή, τότε αν δημιουργούσε ένα “κωδικα” που θα έτρεχε ένα τυχαίο αριθμό κάθε φορά που θα παιζόταν, τότε, θα μπορούσες να καταστρέψεις το σύμπαν, εάν κατά τύχη δημιουργουνταν μια μαθηματική σχέση περιγραφής της κίνησης, της ύλης και της θέσης καθενός εξ αυτών. Ρώτησα ένα πλήθος φυσικών και, παρότι πολλοί από αυτούς διαφώνησαν, αρκετοί θεώρησαν εφικτό το να συμβεί κάτι τέτοιο. Έτσι δημιουργήσαμε ένα κώδικα και λόγο του cd correction software που υπαρχει σε ολα τα cdplayer, κάθε ένα από αυτά παραγει διαφορετικα τον κωδικα καθε φορα που παιζεται, οπότε, θα μπορούσε να συμβεί αυτή η φαντασμαγορική σύμπτωση και να καταστραφεί το σύμπαν. Εν κατακλείδι, δημιουργήσαμε το πρώτο cd με την ικανότητα να καταστρέψει το σύμπαν κάθε φορά που παίζεται.

      Δυσκολεύομαι να διαλέξω ένα άλμπουμ σας, ως αγαπημένο μου. Υπάρχει κάποιο που εσείς προτιμείτε περισσότερο από τα υπόλοιπα;

      Όλοι έχουμε τα αγαπημένα μας, αλλά τα δύο αγαπημένα μου είναι τα Demon και Missa Atropos. Το Missa για αρκετό διαστημα έμοιαζε με αποτυχία, νομίζω, όμως, με την πάροδο του χρόνου έδειξε να αρέσει περισσότερο στον κόσμο. Νομίζω το κομμάτι “Will to live” απ’ αυτό το άλμπουμ είναι το ομορφότερο κομμάτι που έχουμε φτιάξει και είναι ένα από τα αγαπημένα μου τραγούδια, γενικά. Μετά το θάνατο του πατέρα μου ήταν μεγάλη παρηγοριά.

      Σε Πολωνία και Ολλανδία θεωρείστε μια από τις πιο γνωστές μπαντες. Οι άνθρωποι δείχνουν να σας λατρεύουν. Όμως, ποιος είναι ο δικός σας αγαπημένος προορισμός για λάιβ; Υπάρχει κάποιο λάιβ που σας έχει μείνει αξέχαστο;

      Λατρεύουμε όλους μας τους προορισμούς όταν κάνουμε τουρ κι υπάρχουν αρκετα λάιβ που μας έχουν μείνει αξέχαστα. Μια φορά είχαμε παίξει στο Σνόουμαν, στο Τσβέγ της Ολλανδίας, κατά τη διαρκεια της ημέρας μνήμης των ηρώων του Β’ Παγκοσμίου αλλά υπάρχουν κι άλλες περιπτώσεις που ήταν ιδιαίτερα καλές. Γενικά, το τουρ είναι εξαιρετικό από μονο του, καθώς γνωρίζεις πολλούς καλούς ανθρώπους. Στην Πολωνία μας συμπεριφέρονται σα ροκ-σταρ και το λατρεύουμε αυτό.

      Ποια είναι τα σχέδια σας για το άμμεσο μέλλον; (Λάιβ-Άλμπουμ)

      Αυτή τη στιγμή δουλεύουμε πάνω σε ένα νέο άλμπουμ και, πραγματικά, θα είναι πολύ ιδιαίτερο. Αυτή τη στιγμή έχουμε 28 λεπτά από ένα υπνωτικό κομμάτι που δουλεύουμε και ξανα-δουλεύουμε κι είναι πολλά υποσχόμενο. Θα βγούμε σε τουρ μόλις θα είναι έτοιμος ο δίσκος για να τον υπστηρίξουμε. Οπότε, τα πράγματα συνεχίζουν όπως πάντοτε.

      Ευχαριστώ για την ευκαιρία να έχω τη χαρά αυτής της συνέντευξης. Κάτι τελευταίο για τους φανς που ίσως το διαβάζουν;

      Απλά να ευχηθώ χαρούμενα Χριστούγεννα και τις καλύτερες γιορτινές ευχές από όλη την οικογένεια των Gazpacho. Παίχτε δυνατά, αλλά, τα Χριστούγεννα πιο δυνατά.

      Για περισσότερα: gazpachoworld.com/

      by Stefanos K.


      Το άρθρο αυτό είναι μέρος του μηνιαίου αφιερώματος στην “progressive” Δεκέμβρης-Τσάι-Progressive

      Leave a reply
        x
        Το Κίνημα του Τσαγιού

         

        *Αποτελεί μέρος του αφιερώματος “Δεκέμβρης-Τσάι-Progressive

        “Κίνημα του Τσαγιού” είναι η ελεύθερη μετάφραση στο “Τhe Tea Party”. Ίσως, αυτή η μετάφραση να εξηγεί πως η μπάντα αυτή δεν είναι κάποιοι που τους αρέσει να παρτάρουν πίνοντας τσάι. Η λέξη κίνημα, ταιριάζει εντονα, αφού, οι Tea Party αφησαν πω τους ένα ολόκληρο κίνημα στη μουσική βιομηχανία.
        Τορόντο 1990. Μερικοί “μουσικάντες” θα βρεθούν σε ένα μαραθώνιο τζαμαρίσματος. Εκεί θα δημιουργηθεί η ιδέα της ίδιας της μπάντας. Εχοντας, όλα τα μέλη ξαναπαίξει μεταξύ τους ένας-προς-ένας ξανά, ξεκινούν ένα συγκρότημα που θα έφερε ως τίτλο τον τίτλο ενός ολόκληρου κινήματος της ποίησης. Ίσως η συνδεση τους με την ποίηση και η αγάπη τους γι’ αυτή να αποτέλεσε τον καθοριστικό παραγοντα για το μεγάλο ατού τον κομματιών που δημιούργησαν: τους στίχους!

        Μέσα από τη μικρή δισκογραφική που δημιουργησαν, θα προκύψουν και οι πρώτες τους δουλειές. Ήχος μεστός, χωρίς ιδιαιτερότητες, ο οποίος φανέρωνε μια ιδιαίτερη οριμότητα για μια τόσο νέα μπάντα. Κριτικές θετικές, μερίδα κόσμου που θα “πορωθεί” με τις πρώτες δουλειές και ατελειωτες ώρες στο δρόμο και στο στούντιο αποτέλεσαν τα κύρια χαρακτηριστικά των πρώτων τους βημάτων! Το άνοιγμα της μπαντας εκτός Καναδά καα δη στην Αυστραλία, όμως, θα αποτελέσει σημείο καμπής.

        Από το 1995 κι έπειτα, οι TP θα γνωρίσουν τεράστια επιτυχία. Τα κομμάτια του Triptych(1999) θα αποτελέσουν έναν “ύμνο” για την progressive-rock σκηνή και θα θέσουν βάσεις για μεταγενέστερες μπάντες. Μέσα στις μπαντες που έχουν εμπνευστεί από τη δουλειά των ΤΡ ξεχωρίζουν τόσο οι Muse oσο και πολλές ευρωπαϊκές μπάντες, όπως οι Riverside!


        Μετά το δίσκο τους “Seven Circles” το 2004, θα ακολουθήσει ένας κατήφορος. Η παρέα των ΤΡ θα σπάσει το 2005. Από τον μπασσίστα που συνέθεσε μουσική για επιτυχημένα βιντεοπαιχνίδια και τον ντράμερ που συνεργάστκε με μέλη των Rush, μέχρι και τον τραγουδιστή που ακολούθησε μια σόλο καριέρα, οι επιτυχίες δεν έλειψαν. Όμως, πάντα κάτι έλειπε…

        Η μπάντα ξαναδιαμορφώθηκε στις 12 Απριλίου του 2012, προσωρινά, για μερικά live shows. Το “προσωρινά”, όπως ήταν λογικό, έγινε “μόνιμα” έπειτα από τα λάιβ κι η μπάντα μπήκε στο στούντιο. Καρπός όλων αυτών ήταν το “The Ocean at the End(2014)”, που παρότι δε γνώρισε την επιτυχία που του άξιζε, είναι οτι πιο σύγχρονο έχει εκδόσει το συγκρότημα, φεύγοντας από τα “ασφαλή” μονοπάτια, που είχε χτίσει από μόνο του για τον εαυτό του!

         

        by Stefanos K.

         

        Leave a reply
          x
          Album “Review”: Dada Tapes – A Cold Kiss For Torrid Days

           

          Εκ Θεσαλονίκης ορμώμενοι, καταυθάνουν οι Dada Tapes, με τον πρώτο και τελευταίο (μέχρι τον επόμενο, δε διαλύθηκαν, μη φοβάσται) δίσκο τους, A Cold Kiss For Torrid Days. Η μπάντα, που απαρτίζεται από τους George Bakas (Vocals/Guitar), Kostas Bou (Guitar), Johnny Notte (Bass) και Kostas Mousallam (Drums), κυκλοφόρησε το εν λόγο άλμπουμ, το Μάρτιο του 2016 και σε αυτόν συμπεριλαμβάνονται -πέραν των 2 ήδη υπαρχοντων single της μπάντας- 7 νέα κομμάτια. Κι όλα αυτά σε ένα μικτό ύφος, καθώς κινούνται μεταξύ της Indie Breeze, της Park Wave και της Archetypal Post-Punk -όπως δηλώνουν κι ίδιοι.
          Χωρίς να χάνουμε χρόνο, ας μεταφερθούμε μέσα στο άλμπουμ και ας ασχοληθούμε με τα τραγούδια ένα-ένα.

          1) Expecting The Blow
          Ένα κομμάτι με ξεκάθαρη επιρροή από μελωδίες των 70s. Για κάποιο λόγο, σε συνδυασμό με τον τίτλο του, σε προιδεάζει για να “αναμένεις” κάτι. Ένα νοητό άγχος, αλλά με την καλή έννοια. Σε κάνει, με αυτόν τον τρόπο να ανυπωμονείς για τη συνέχεια του δίσκου. Με το γρήγορο ρυθμό του και το ηχητικό συνδυασμό που δένει με κάθε άλλο κομμάτι του δίσκου, δε θα μπορούσε να υπάρχει καλύτερη εισαγωγή στο δίσκο από αυτή.

          2) Rosy Gloom
          Σκηνή από “άλλη μια εφηβική ταινία του 70-80-90” σε ένα αμάξι και το ραδιόφωνο να παίζει. Το πιο “ήπιο” συγκριτικά, αυτό, κομμάτι μου δημιουργεί αυτή την εικόνα. Ίσως, επειδή πολλά κομμάτια που έπαιζαν σε εφηβικές ταινίες της δεκαετίας (κυρίως) του 80, σε “γλυκανάλατες” σκηνές ή στο τέλος ήταν αυτού του ύφους. Το κομμάτι, παρότι σχετικά ήρεμο στο όλο του, παρέχει κάποια απότομα κοψίματα, πέρα από τα υπέροχα κρεσσέντα του, που σου δίνουν την αίσθηση πως πρέπει την επόμενη φορά που θα οδηγήσεις να το βάλλεις να παίξει. Αυτή η νότα νοσταλγίας, λοιπον, είναι που κάνει κι εμένα να το θεωρώ ένα ακόμη αξιόλογο κομμάτι.

          3) Love Is Tricky
          Περιττό να πω, μια και δεν το ανέφερα, πόσο δένουν μεταξύ τους τα κομμάτια αυτού του δίσκου (ειδικά σε αυτή τη σειρά). Το τρίτο κομμάτι, έχει κι αυτό μια δόση νοσταλγίας, ενώ δίνει μια πιο δυνατή “μουσική αίσθηση”. Χωρίς να ανεβάζει το τέμπο, από το 3ο ιδιαίτερα, έχει περισσότερα στοιχεία, όπως η υπέροχη εισαγωγή, η όμορφη -στα αυτιά μας- έκπληξη στα φωνητικά και κάποια άλλα πράγματα που θα αφήσω να παρατηρήσετε και μόνοι σας. Η μπασογραμμή, όμως, παρότι όχι εντυπωσιακή, είναι αυτή που με κέρδισε, προσωπικά.

           

           

          4) People Come And Go

          Σιγά-σιγά το Post-Punk στοιχείο της μπάντας κάνει την εμφάνιση του. Ένα Post-Punk που θυμίζει τα ξεκινήματα του. Θυμίζοντας, σε εμένα τουλάχιστον, κομμάτια από Bauhaus, Gang of Four κλπ, μου δημιουργεί την αίσθηση, πως μετά τα πιο “ερωτικογλυκουλιάρικα” κομμάτια, θα έχει και κάτι άλλο να πει. Να τονίσω σε αυτό το σημείο, πως δε θεωρώ τον “ερωτικογλυκουλιάρικο” στίχο, απαραιτήτως κακό, απλά, προτιμώ να ακούσω κάτι άλλο στιχουργικά. Ο στίχος δε φεύγει πλήρως από το έως τώρα ύφος του άλμπουμ, όμως, είναι ουσιώδης και συνδυάζεται πολύ σωστά με τη μουσική και δεν πατάει, απλά, επάνω της.

          5) Leave Me Never
          Είμαστε πλέον, στη μέση του δίσκου.Το κομμάτι τούτο, οφείλω να ομολογήσω, πως δε με ενθουσιάζει τόσο. Με χάνει στη μουσική, που μου βγάζει κάτι πιο “ελαφρύ” από τον υπόλοιπο δίσκο μέχρι ένα σημείο. Ενώ, τα φωνητικά με προβληματίζουν, χωρίς να έχω καταλάβει ακόμη αν αυτός ο προβληματισμος είναι θετικός ή αρνητικός. Το συνολικό αποτέλεσμα είναι καλό, απλώς θεωρώ οτι είναι ένα καλό κομμάτι σε έναν εξαιρετικό δίσκο.

          6) Tomorrow Comes Another Day
          Με το που ξεκινάει το κομμάτι, σε πιάνει μια περίεργη ευφορία. Μουσικά εξαιρετικό. Τα σχόλια μου για το 2ο και το 3ο μεταφέρονται κι εδώ. Δηλαδη, σε ένα σχετικά χαμηλό τέμπο, με κοψίματα κρεσσεντα κλπ και τη φωνή να εφαρμόζει υπέροχα. Συν στη φωνή η “έκπληξη” στο 2:24 και ο γενικότερος στίχος όλου του κομματιού. Στοιχεία που συνθέτουν ένα ακόμη τραγούδι που αποδεικνύει την αξία αυτου του δίσκου.

          7) Fool In Orbit
          Μια λέξη: Electro-pop. Το κομμάτι θυμίζει κάτι από Depeche Mode σε συνδυασμό με Kraftwerk και Συνθετικούς. Στο πρώτο άκουσμα του σαστίζεις λίγο. Σκέφτεσαι “που κολλάει αυτό εδώ τώρα” και σιγά-σιγά δένουν όλα στο μυαλό σου. Με ένα τέλος που σε αφήνει με μια “απορία” θα έλεγα, σε προετοιμάζει για τα 2 τελευταία κομματια.


          8) Falling Apart
          Tι να πρωτογράψω; Είχα πολλά να γράψω γι’ αυτό το κομμάτι, υπερβολικά πολλά. Προφανώς είναι το αγαπημένο μου του δίσκου κι είναι και το πρώτο κομμάτι που ακουσα απο τους Dada Tapes, πολύ πριν κυκλοφορήσει ο δίσκος. Κι επειδή υπάρχει κίνδυνος να μακρυγορησω, απλά να πω πως είναι ΟΛΑ αυτά που πρέπει(-θέλω) να είναι ένα post-punk κομμάτι. Ακούστε το και θα καταλάβετε!

          9) The Most Beautiful Sound
          Ένα χαρούμενο κομμάτι για να κλείσει όμορφα ο δίσκος. Το κομμάτι χαρακτηρίζεται ως “γλυκό”, ενώ κάνει την ίδια δουλειά με το 1ο. Οπότε, εφόσον στο τέλος σερβίρουμε το γλυκό, το A Cold Kiss For Torrid Days δε θα μπορούσε να κλείσει με οποιοδήποτε άλλο κομμάτι, αφήνοντας μας να ανυπομονούμε για το επόμενο “γεύμα” (όπου “γεύμα βλ. Δίσκος).

          Kάπως έτσι η “εξελιγμένη και σύγχρονη ελληνική έκδοση των Cure”, όπως έχουν τολμίσει να τους χαρακτηρίσουν αρκετοί, μας συστήνεται. Καλύτερη πρώτη εντύπωση, θέλω να πιστεύω, δε θα μπορούσε να κάνει, δείχνοντας μας πως έχουν μπόλικο μέλον ακόμη, αφήνοντας μας στην αναμονή για έναν επόμενο δίσκο κάποια στιγμή, μελλοντικά. Βέβαια, μέχρι τότε, δε νομίζω πως θα έχει ξεχαστεί-ξεπεραστεί ακόμη τούτος εδώ ο δίσκος, που θα είναι που όμορφη, με κάποια στοιχεία νοσταλγίας, για όποιον τολμίσει να τον ακούσει!

           

          by Stefanos K.

           

          Leave a reply